δακρύσει

δακρύσει
δακρύ̱σει , δακρύω
weep
aor subj act 3rd sg (epic)
δακρύ̱σει , δακρύω
weep
fut ind mid 2nd sg
δακρύ̱σει , δακρύω
weep
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • απειρόδακρυς — ἀπειρόδακρυς, υ (Α) αυτός που δεν ξέρει από δάκρυα, που δεν έχει δακρύσει …   Dictionary of Greek

  • αρτίδακρυς — ἀρτίδακρυς, υ (Α) αυτός που είναι έτοιμος να δακρύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι * + δακρυς < δάκρυ (πρβλ. απειρόδακρυς, αρίδακρυς)] …   Dictionary of Greek

  • καταδακρύω — (Α) 1. κλαίω πικρά («ταῡτα λέγων κατεδάκρυσε τὴν ἑαυτοῡ τύχην», Ξεν.) 2. κάνω κάποιον να δακρύσει, συγκινώ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»